Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Οι ΗΠΑ έχουν τις δικές τους “Ashtiani”




Τη σιωπή των ΜΜΕ" για την προγραμματισμένη για την Πέμπτη εκτέλεση της αμερικανίδας Τερέζα Λιούις κατήγγειλε ο ιρανός πρόεδρος Mahmoud Ahmadinejad ο οποίος δήλωσε σήμερα ότι oι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη δική τους «Sakineh Mohammadi Ashtiani».


Ειδικότερα, ο Mahmoud Ahmadinejad κατήγγειλε τη σιωπή των μέσων ενημέρωσης στην περίπτωση της Teresa Lewis, μίας Αμερικανίδας που πάσχει από νοητική υστέρηση και η οποία έχει καταδικαστεί σε θάνατο για συνεργεία στη δολοφονία του άντρα της, συγκρίνοντας την υπόθεση με αυτή της ιρανής Sakineh Mohammadi Ashtiani.

Μία γυναίκα πρόκειται να εκτελεστεί στις ΗΠΑ, αλλά κανείς δεν διαμαρτύρεται, δήλωσε ο Ahmadinejad κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχε τη Τρίτη στις ΗΠΑ με μουσουλμανικές προσωπικότητες, σύμφωνα με το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων IRNA.

O ιρανός πρόεδρος, που βρίσκεται στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, κατήγγειλε την εκστρατεία των μέσων εναντίον του Ιράν με αφορμή το θέμα της 43χρονης Ιρανής που έχει καταδικαστεί σε θάνατο δια λιθοβολισμού για συνεργεία στη δολοφονία του συζύγου της.

Σύμφωνα με έρευνα, 3.700.000 σελίδες δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο για την Ιρανή, η υπόθεση της οποίας βρίσκεται ακόμη υπό εξέταση, και υπάρχει μία τεράστια εκστρατεία του τύπου εναντίον της Περσίας. Κανείς όμως δεν διαμαρτύρεται για την εκτέλεση της Teresa Lewis. Σημειώνουμε επίσης ότι 53 γυναίκες περιμένουν την εκτέλεσή τους στις ΗΠΑ.

O Mahmoud Ahmadinejad θα μιλήσει στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ την Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου.

Αϊτή - Η ανατροπή του Ζαν-Μπερτράν Αριστίντ από τη Δύση


Ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου που θα λάβουν χώρα στην Αϊτή, η βρετανική εφημερίδα The Independent επιχειρεί να δώσει μια απάντηση στην ερώτηση: Πώς οι δυτικές κυβερνήσεις ανέτρεψαν και εξόρισαν τον Jan-Bertrand Aristide, τον λαοφιλή ηγέτη μιας μικρής χώρας ο οποίος ενοχλούσε τα συμφέροντά τους;


Όπως σημειώνει ο αρθρογράφος της εφημερίδας, ο πιο δημοφιλής πολιτικός της χώρας, ο Ζαν-Μπερτράν Αριστίντ, δεν μετέχει στις εκλογές επειδή τα έβαλε με τις πολυεθνικές και οι τελευταίες βάλθηκαν να τον εξοντώσουν.

Επί δύο αιώνες, γράφει η The Independent, η χώρα αυτή ελεγχόταν πλήρως από το εξωτερικό. Οι Γάλλοι υποδούλωσαν το μικρό αυτό νησί κατά τον 18ο αιώνα και το μετέτρεψαν σε μια φυτεία ζάχαρης και καφέ, οδηγώντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του στο θάνατο. Πιο πρόσφατα, οι δυτικές κυβερνήσεις εξόπλιζαν, χρηματοδοτούσαν και ενθάρρυναν την ψυχοπαθή δικτατορία των Ντιβαλιέ, η οποία έσφαξε κάπου 50.000 ανθρώπους. Κι αυτό, επειδή ήταν σύμμαχος στη μάχη κατά του κομουνισμού.

Η πολιτική αυτή κατέστησε την Αϊτή μια από τις πιο άνισες χώρες στον κόσμο. Μια μικρή ελίτ ζει σε τεράστιες βίλες στους λόφους, ενώ γύρω της η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ζει σε καλύβες χωρίς νερό και ηλεκτρικό. Το 1% του πληθυσμού κατέχει το 50% του πλούτου και το 75% της καλλιεργήσιμης γης. Όταν ο αϊτινός λαός ξεσηκώθηκε το 1986 ζητώντας δημοκρατία, αυτό που ήθελε ήταν ο πλούτος της χώρας να κατανεμηθεί πιο δίκαια. Οργανώθηκε τότε σε ένα πολιτικό κίνημα με το όνομα «Λαβάλας» - φαγητό - ζητώντας υψηλότερους μισθούς και υψηλότερους φόρους στους πλούσιους ώστε να κτιστούν σχολεία και νοσοκομεία. Η ελίτ πανικοβλήθηκε.

Και τίποτα δεν τους πανικόβαλε περισσότερο από ένα διανοούμενο ιερωμένο που λεγόταν Αριστίντ. Ο οπαδός αυτός της Θεολογίας της Απελευθέρωσης εξελέγη το 1990 στις πρώτες ελεύθερες εκλογές που έγιναν στην Αϊτή, λαμβάνοντας 64%. Και κράτησε τις υποσχέσεις που είχε δώσει: αύξησε τον ελάχιστο μισθό από 38 σεντς σε ένα δολάριο, τριπλασίασε τον αριθμό των δημοσίων Γυμνασίων, διέλυσε τον εθνικό στρατό που τρομοκρατούσε τον πληθυσμό. Ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παραδέχτηκε ότι στη διάρκεια της διακυβέρνησης από τον Αριστίντ, κι αμέσως μετά, ο Δείκτης Φτώχειας της χώρας μειώθηκε από 46,2 σε 31,8.

Γιατί όμως οι ξένες κυβερνήσεις να ασχοληθούν με μια μικρή χώρα, την πιο φτωχή στο δυτικό ημισφαίριο, με μόλις δέκα εκατομμύρια κατοίκους; Σύμφωνα με τον Ιρα Κέρσμπαν, έναν Αμερικανό δικηγόρο που ζει στην Αϊτή, «Ο Αριστίντ συνιστούσε σοβαρή απειλή για τις ξένες δυνάμεις επειδή μιλούσε για λογαριασμό του 85% του λαού, ο οποίος δεν είχε εκφραστεί ποτέ μέχρι τότε. Αν μπορεί να συμβεί αυτό στην Αϊτή, μπορεί να συμβεί οπουδήποτε, ακόμη και σε χώρες όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη έχουν τεράστια οικονομικά συμφέροντα και αντλούν φυσικούς πόρους. Δεν θέλουν τη διάδοση των πραγματικών λαϊκών δημοκρατιών, γιατί γνωρίζουν ότι αυτό αντίκειται στα μεγάλα συμφέροντα». Η οργάνωση Oxfam αποκαλεί αυτό το φαινόμενο «την απειλή ενός καλού παραδείγματος».

Αφού λοιπόν η Αϊτή έζησε επτά μήνες δημοκρατίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέτρεψαν τον Αριστίντ. Το 1994, η κυβέρνηση Κλίντον δέχθηκε να επιτρέψει την επιστροφή του Αριστίντ, με τον όρο να τροποποιήσει το πρόγραμμά του και να αγνοήσει τα αιτήματα του λαού. Τον ανάγκασαν να ιδιωτικοποιήσει τα πάντα, να παγώσει τους μισθούς και να απολύσει τους μισούς δημοσίους υπαλλήλους. Εκείνος συμφώνησε απρόθυμα και για το υπόλοιπο της θητείας του προσπαθούσε να προωθήσει ό,τι προοδευτικότερο μπορούσε. Επανεξελέγη το 2000 με ακόμη μεγαλύτερη πλειοψηφία. Και τότε οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Γαλλίας τον απήγαγαν και τον πέταξαν στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αϊτή επιδεινώθηκε από τότε δραματικά, με τον τρόμο και την καταστολή να κυριαρχούν. Το κόμμα Λαβάλας απαγορεύτηκε και οι περισσότεροι ακτιβιστές υπέρ της δημοκρατίας φυλακίστηκαν. Ο επόμενος πρόεδρος Ρενέ Πρεβάλ έμαθε το μάθημά του: έκανε ό,τι του είπαν οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις, ιδιωτικοποιώντας ό,τι είχε απομείνει και χρησιμοποιώντας δακρυγόνα για να διαλύει τις απεργίες. Ο αϊτινός λαός απέρριψε την όλη εκλογική διαδικασία, με τη συμμετοχή να φτάνει μόλις το 11%. Οσο για τον Αριστίντ, ζει εξόριστος στη Νότια Αφρική, μελετά γλωσσολογία και δεν μπορεί να γυρίσει στην πατρίδα του.

Από το tvxs
.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails