Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

Ιστορίες Πείνας




Αθανάσιος Δρατζίδης

Ιστορίες Πείνας

ΠΡΩΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΝΑΣ

1979, καλοκαίρι, είμαι είκοσι χρονών.
Μετά από δέκα τρεις μέρες περπατήματος στα νότια παράλια της Κρήτης, ξεκινώντας από τη Χώρα Σφακίων, αφού έχασα το καραβάκι για Γαύδο, έφτασα μεσημέρι, ντάλα ο ήλιος, σε έναν μικρό οικισμό κάπου μεταξύ Ιεράπετρας και Σητείας. Πεινούσα πολύ. Πάω στη μικρή πλατεία, ανοιχτό ένα καφενείο, κάθονται έξω κάτω από ένα κιόσκι τρεις κρητικοί μουστακαλήδες στα μαύρα, μεγαλύτεροι από μένα, τριαντάρηδες. Τους κοιτάζω στα μάτια και τους λέω: πεινάω.
Κάθισε, μου λένε. Κάθομαι. Πεινάς, ε; Ναι, τους λέω, πεινάω πολύ. Κοιτάζονται μεταξύ τους κι ένας μου λέει: φάε, δείχνοντάς με ένα μικρό πιατάκι του καφέ με μύγες. Σκότωναν μύγες. Κοιταζόμαστε στα μάτια όπως οι πιστολέρος στα καμπόικα έργα πριν τραβήξουν τα περίστροφα. Πᾳίρνω το πιατάκι, αδειάζω τις μύγες στην αριστερή μου χούφτα, τις βάζω στο στόμα, τις μασάω επιδεικτικά, τις καταπίνω, ανοίγω το στόμα να δουν τι έχει μέσα και τους ρωτάω, έχει άλλες;
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ένας από αυτούς φώναξε τον καφετζή.
Ήπια ρακή με ντάκο ποτισμένο με λάδι, ψωμί ζυμωτό, έφαγα δύο πιάτα σουπιές με ελιές, ήπια άσπρο κρασί, γραβιέρα με μέλι για επιδόρπιο.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΝΑΣ

1986, χειμώνας, είμαι είκοσι εφτά χρονών.
Ναύπλιο, περιμένουμε να κλείσουν συμφωνία οι πορτοκαλάδες αγρότες με τους εμπόρους. Πέρασαν δέκα μέρες, τίποτα. Δεν υπάρχει σάλιο. Πηγαίναμε στα σφαγεία και παίρναμε χοιρινά εντόσθια και τρώγαμε, τα πετάνε - από τους γύφτους τη μάθαμε την άκρη. Και πορτοκάλια: χέζαμε μαρμελάδα πορτοκάλι, κατουρούσαμε πορτοκαλάδα. Μια μέρα βρίσκω ένα κατοστάρικο στο δρόμο. Μπροστά μου ένα ξενοδοχείο, Μέγας Αλέξανδρος. Στο ισόγειο εστιατόριο. Μπαίνω μέσα, άδειο το μαγαζί, το διασχίζω με το χέρι απλωμένο κρατώντας και δείχνοντας το κατοστάρικο. Δύο άντρες μέσα, γύρω στα εξήντα, με παχιά μουστάκια. Τους δείχνω το κατοστάρικο, τους κοιτάζω στα μάτια και τους λέω: θέλω να φάω. Κοιτάζονται μεταξύ τους, με κοιτάνε, κάτσε, μου λέει ο ένας, κι άφησε τα λεφτά πάνω στο τραπέζι.
Μου φέρνει μπόλικο ψωμί, μοσχάρι με κριθαράκι, μαρούλι σαλάτα, φέτα και λαδορίγανη, μισό κιλό ρετσίνα, ένα μήλο. Μόλις σηκώθηκα να φύγω, μου λέει ο εστιάτορας, πάρε το κατοστάρικο να πάρεις κάνα πακέτο τσιγάρα.

ΤΡΙΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΝΑΣ

Αθήνα, Νέος Κόσμος, 1996, άνοιξη, είμαι τριάντα εφτά χρονών

Μετά από μερικές βδομάδες μελέτης των ραψωδιών Ι και Τ, λέξη προς λέξη, κώλον προς κώλον, στίχο προς στίχο, το τελευταίο εικοσιτετράωρο το πέρασα διαβάζοντας δυνατά μία την Ι, μία την Τ, μία την Ι, μία την Τ, ώσπου κάποτε πείνασα. Το γνωστό δρομολόγιο. Από τον Νέο Κόσμο μέχρι το Μοναστηράκι θα περνούσα από καμιά εικοσαριά τηλεφωνικούς θαλάμους. Εάν ήμουν τυχερός θα έβρισκα καμιά κάρτα που άξιζε. Βρήκα τέσσερις, οι δύο για πέταμα. Οι άλλες δύο άξιζαν δύο κουλούρια. Τα έσπασα στη μέση και τα έβαλα στη τσέπη του μπουφάν. Πάμε τώρα στην άλλη άκρη. Ναι, και πάλι τυχερός: αυγό πάπιας στον Εθνικό κήπο, φρεσκότατο.

Ανεβαίνοντας τα σκαλιά προς το τηγάνι, προς το αυγό μάτι, σκεφτόμουν ότι μόνο αν με στήσουν στον τοίχο θα δεχτώ ότι ο συνθέτης της Ι, αυτού του συγκλονιστικού αρρωστουργήματος, κάποιος ιδιοφυής αριστοκράτης, που πρέπει να έζησε λίγο πριν εμφανιστεί η τραγωδία, είναι αυτός που συνέθεσε το μπάζο που λέγεται ραψωδία Τ.

Λάδι δεν είχα, είχε μείνει όμως μια κουταλιά βιτάμ, Νέο. Τα αυγό μάτι είναι πιο νόστιμο με βιτάμ.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΝΑΣ

Ευρώπη, 1994, φθινόπωρο, είμαι τριάντα πέντε χρονών

Με παίρνει τηλέφωνο η Ντόρι από το Βερολίνο και μου λέει, δεν είμαι καλά. Έρχομαι, της λέω. Μέσα σε δυο ώρες σπρώχνω πενήντα γραμμάρια κοκό, πρώτο χέρι, άκοφτη, και διακόσια πενήντα σοκολάτα, μαροκάνικο, βγάζω τριακόσια καφετιά, τριακόσιες χήνες (300.000 δραχμές) και την κάνω. Πάτρα, Αγκόνα, Μόναχο, Βερολίνο. Της τα δίνω όλα, κρατάω την επιστροφή, κάθομαι καμιά βδομάδα, πάμε σε ρώσικο εστιατόριο, φωτοτυπώ μια πολύ καλή εισαγωγή στη σουμερική γλώσσα, γνωρίζω την Ελπίδα, είκοσι δύο χρονών, με ακούει έκπληκτη να της λέω ότι πιο πολλές ώρες έχω κάνει γλειφομούνι παρά έχω δουλέψει, το επιβεβαιώνει, με παρατάει τρομοκρατημένη, και φεύγω. Ένα κιλό ψωμί και ένα μπουκάλι νερό για το ταξίδι της επιστροφής. Το ψωμί το έφαγα τις πρώτες πέντε ώρες.

Και μετά από τρεις μέρες φτάνω στην Αθήνα, κοντά στα Εξάρχεια, στου Αντώνη και της Ειρήνης. Μου έβγαλε η Ειρήνη κεφτεδάκια τηγανητά και ντοματοσαλάτα και μπίρα παγωμένη. Κι άρχισα να γελώ από τη χαρά μου και γελούσα και γελούσα, χόρταινα με αυτό που έβλεπα, χόρταινα και με το γέλιο. Μπόρεσα και έφαγα μετά από πολλές ώρες.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails